Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

[Charlie Hebdo] Ο φασισμός με θρησκευτικό "φερετζέ"

Η καρδιά της Ευρώπης μάτωσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η επίθεση στο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Σαρλί, που άφησε πίσω της νεκρούς μερικές από τις σημαντικότερες πένες της Γαλλίας, πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για να εμφανιστεί επιτέλους το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας Ευρώπης σε πλήρη σύγχυση. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η επίθεση στο Σαρλί συνιστά μια εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού δικαίου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, αλλά να ανιχνεύσουμε το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πράξης.

Αναζωπυρώθηκε η ισλαμοφοβία

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η πράξη αποτελεί έκφραση του πιο ακραίου και τρομοκρατικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αυτή η εξήγηση όμως οδηγεί στην άμεση ή έμμεση καταδίκη του Ισλάμ ως φορέα τρομοκρατίας. Δηλαδή, ότι το Ισλάμ ως θρησκεία εμπεριέχει ακραίο φανατισμό που ενεργοποιείται σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ταξικά κριτήρια για να εξηγήσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό –αποκλεισμός και περιθωριοποίηση των μουσουλμανικού θρησκεύματος ευρωπαίων πολιτών- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο: το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία που εγγενώς εμπεριέχει φανατισμό.
Δεν είναι τυχαίο που, αρχής γενομένης από τον κ. Σαμαρά, όλο το ακροδεξιό, δεξιό φάσμα εκδήλωσε το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία του. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σαρλί χρησιμοποιείται ως νομιμοποίηση για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού (και ελληνικού) σκοταδισμού, αυτού ακριβώς που οδηγεί στον φασισμό. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η επίθεση στο Σαρλί αναζωπύρωσε τα ισλαμοφοβικά αισθήματα μιας πολιτικής που εκφράζεται με ιερούς-πολιτισμικούς όρους, και όχι διαλεκτικούς και ιδεολογικούς. Όμως, το ίδιο το περιοδικό Σαρλί και τα θύματά του κραυγάζουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια «φωτισμένη» Ευρώπη: όταν η θρησκεία –η οποιαδήποτε θρησκεία- γίνεται φορέας ή προκάλυμμα πολιτικής, τότε γίνεται αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Με άλλα λόγια, η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ιεροποιείται στο όνομα καμιάς θρησκείας. Η θρησκεία είναι ιερή μόνο μέσα στους χώρους λατρείας και στον ιδιωτικό χώρο του καθενός/μιάς. Στη δημόσια σφαίρα όμως είναι πολιτικό φαινόμενο, και ως τέτοιο κρίνεται. Συγχρόνως όμως, όταν η πολιτική χρησιμοποιεί πολιτισμικές-θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις, τότε αυτοκαταργείται, τότε ιεροποιείται και ανοίγει το δρόμο για ακραίες ιδεολογίες με ιερά-πολιτισμικά-εθνικιστικά πρόσημα.

Η Ευρώπη ως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών

Είναι γνωστό ότι η θρησκεία ως κριτήριο πολιτικής κατηγοριοποίησης κατασκευάστηκε στα πιο ιμπεριαλιστικά εργαστήρια ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας που ανανεώνονται τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι γνωστό επίσης ότι η επιβολή του πιο άγριου καπιταλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάρρευση των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, με εργαλείο τον πολιτισμικό-θρησκευτικό-εθνικιστικό, κλπ κατακερματισμό. Είναι τέλος γνωστό ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα τέτοιας αμοιβαίας κατάρρευσης. Η Ευρώπη σήμερα, παγιδευμένη στην πιο συντηρητική, νεοφιλελευθέρη πολιτική γίνεται ο κατεξοχήν χώρος κατάρρευσης θεσμών και κοινωνιών, επομένως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών, με ή χωρίς φερετζέδες. Η άνοδος τέτοιων ιδεολογιών στην Ευρώπη το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός ότι ο φασισμός χρησιμοποιεί ιερούς μανδύες για προκάλυμμα, δεν μπορεί να συσκοτίζει την πολιτική ερμηνεία του φαινομένου. Η Αριστερά ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Με αυτή την έννοια, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι η εκδοχή του φασισμού με φερετζέ ισλαμικό, όπως ο φασισμός φοράει διάφορους φερετζέδες στις διαφορετικές εκδοχές του. Όμως η γενεσιουργός αιτία είναι πάντα η ίδια: η κατάρρευση και ο κατακερματισμός. Σε μια τέτοια Ευρώπη που μαζί με τις ΗΠΑ οδήγησαν σε κατάρρευση τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ευρώπης, σε μια τέτοια Ευρώπη που οδηγεί σε κατάρρευση τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί προκειμένου να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη η πολιτική στα χωράφια της διαλεκτικής, της ταξικότητας και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης.


Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

[Κύπρος - πολιτική] Τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού στην Κύπρο / Ή Όταν το πολιτικό θάρρος και η πολιτική λεβεντιά έχουν γυναικείο πρόσωπο


Στην τουρκοκυπριακή Βουλή η βουλευτής Ντοούς Ντεριάτόλμησε να αποκαλύψει το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμούτου δικού της έθνους, όχι του εχθρικού,θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο


Κι ενώ η ελληνική κοινωνία ζει σε ένα απίστευτα νοσηρό κλίμα, με το οποίο αναπαράγεται ένα παρελθόν που όλοι και όλες θα θέλαμε να απασχολεί μόνο τους ιστορικούς, κάποιες άλλες κοινωνίες προσπαθούν να χειραφετηθούν με κόπο από το βαρύ παρελθόν τους. Κι ενώ η ελληνική κοινωνία, στην πιο κρίσιμη φάση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας, έχει ένα άθλιο, στην πλειοψηφία του, πολιτικό προσωπικό το οποίο, είτε «διδάσκει» μαγκιά και ματσισμό (π.χ. μυρίζει γυναικεία παλτά), είτε επιβάλλει διά του φόβου την υποταγή, κάπου αλλού κάποιοι πολιτικοί «διδάσκουν» αντίσταση και ξαναμαθαίνουν μια κοινωνία να μη φοβάται. Κάπου αλλού σε κάποιες άλλες κοινωνίες οι γυναίκες πολιτικοί δεν μιμούνται από την ανάποδη τον ματσισμό κάποιων ανδρών συναδέλφων τους, αλλά «πετάνε στη μούρη» του απόλυτα ματσιστή –του στρατού– τα εγκλήματά του. Στην Κύπρο, στην τουρκοκυπριακή Βουλή –ναι, σε αυτή την ψευδοβουλή– μια γυναίκα βουλευτής, με θάρρος, παρρησία και τη λεβεντιά που μόνο οι εν επιγνώσει άνθρωποι έχουν, κατήγγειλε τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974. Κατήγγειλε κυρίως τους βιασμούς σε βάρος των Ελληνοκύπριων γυναικών και έδειξε έτσι ότι πραγματική αντίσταση κάνει ένας άνθρωπος όταν ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στα «ιερά και τα όσια του έθνους του».

Η Ντοούς Ντεριά λοιπόν, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Αριστερά), είναι η γυναίκα που τόλμησε να μιλήσει ξεκάθαρα εναντίον του απόλυτου συμβόλου του τουρκικού έθνους, εναντίον του «λυτρωτή των Τουρκοκυπρίων», εναντίον του απόλυτου συμβόλου της αρρενωπότητας, του ανδρισμού και της δύναμης του έθνους. Η Ντοούς Ντεριά, μια σταλιά γυναίκα, τόλμησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες/-ισσές της το πιο σκοτεινό πρόσωπο του σεξισμού και του ματσισμού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμού του δικού της έθνους, όχι του άλλου έθνους, του εχθρικού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο μιας εισβολής σε μια άλλη χώρα του στρατού του δικού της έθνους, όχι του βολικού άλλου, του εχθρού –των βιασμών λοιπόν του απελευθερωτή στρατού– θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο. Γιατί με αυτή την πράξη της η Ντοούς έκανε τον εαυτό της στόχο, και μάλιστα στόχο του ακραία μάτσο εθνικισμού, όπως είναι πάντα αυτός που επιβάλλει με τα όπλα ο στρατός. Τα δημοσιεύματα στις τουρκοκυπριακές και τις τουρκικές εφημερίδες, οι αντιδράσεις εναντίον της, το γεγονός ότι υποχρεώνεται να κρύβεται, το αποδεικνύουν. Η Ντοούς όμως ξέρει ότι μια κοινωνία χειραφετείται, μια κοινωνία τολμά να αναθεωρήσει τη μνήμη της και να ξαναδεί με θάρρος το παρελθόν, επομένως και το μέλλον της, όταν έχει πολιτικούς που θέτουν σε κρίση τα δικά της άκριτα, που ομολογούν τα δικά της ανομολόγητα, που λαλούν τα δικά της αλάλητα. Όχι του αντίπαλου, όχι του εχθρού, αλλά τα δικά της.

Η Ντοούς Ντεριά είναι μια αριστερή πολιτικός που γνωρίζει ότι για να υπάρξει ομοσπονδία στην Κύπρο πρέπει οι πολιτικοί να «αμαρτήσουν», να θέσουν στην πολιτική ατζέντα αυτά που επιβλήθηκαν στην κοινωνία τους (δηλαδή στη δική τους κοινότητα) ως ιερά και όσια. Η Ντοούς Ντεριά είναι επί της πολιτικής ουσίας φεμινίστρια, γιατί γνωρίζει ότι ο φεμινισμός δεν απαντά στον ματσιμό με γελοία και χυδαία υπονοούμενα, αλλά φτιάχνει εναντίον του ξεκάθαρα εννοούμενα, εναντίον κατεξοχήν του φορέα του ματσισμού – του εθνικισμού και του ένοπλου ενσαρκωτή του, του στρατού. Από την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι καταγγελίες της Ντοούς έγιναν γενικώς αποδεκτές με την ικανοποίηση αυτού που χαίρεται όταν κάποιος από τις τάξεις του «εχθρού» αποκαλύπτει τα εγκλήματα της άλλης πλευράς. Οι καταγγελίες λοιπόν ικανοποίησαν το αίσθημα αυτοδικαίωσης των Ελληνοκυπρίων, το αίσθημα της δικαίωσης του θύματος που έχει υποστεί τα πάνδεινα από τον εχθρό. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι πολιτικοί που κατάλαβαν επί της ουσίας την πράξη της Ντοούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης της μνήμης και των δύο κοινοτήτων. Ξαναμίλησε λοιπόν (είχε μιλήσει και ως υποψήφιος πρόεδρος) για τους τάφους των δολοφονημένων από τους Ελληνοκύπριους Τουρκοκυπρίων, ξαναμίλησε δηλαδή για την ανάγκη να ξαναπιάσει η ελληνοκυπριακή κοινότητα το νήμα της μνήμης της, όχι από το 1974 αλλά από το 1963, και να ξαναδεί μαζί με την τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι η κοινή τους μνήμη έχει πολύ εθνικισμό, πολύ ματσισμό, και γι’ αυτό πολύ αίμα. Ο Χριστόφιας γνωρίζει (και τονίζει) ότι ο εθνικισμός είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, ακόμη κι όταν τον πολεμά, και με αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο ότι η Αριστερά για να είναι αντιιμπεριαλιστική πρέπει να είναι καταρχήν αντιεθνικιστική.

Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς τι νόημα έχει να ασχοληθούμε με την Κύπρο σε μια περίοδο που η δική μας χώρα διανύει μία από τις πιο βαθιές κρίσεις του πολιτικού συστήματός της. Θεωρώ ότι έχει νόημα, ειδικά τώρα. Ειδικά τώρα λοιπόν που ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνο δεν έχει το θάρρος μιας Ντοούς, αλλά αντιθέτως δείχνει όλη την αθλιότητά του. Και δεν μιλώ μόνο για την κυβέρνηση η οποία, προκειμένου να μη χάσει την εξουσία, χρησιμοποιεί τον πιο άθλιο εκφοβισμό (όπως κάποτε τα στελέχη της χρησιμοποιούσαν μια εξίσου άθλια μαγκιά) για να κρατά μια κοινωνία ζαρωμένη και μαραμένη από φόβο (όπως κάποτε την ντοπάριζε με έναν ψεύτικο τσαμπουκά). Μιλώ για όλη αυτή την αθλιότητα των ανεξάρτητων βουλευτών, και όχι μόνο. Είναι θλιβερό μια κοινωνία που καταρρέει να εξαρτάται από κάποιους αξιοθρήνητους πολιτικούς οι οποίοι επιτείνουν με τη στάση τους στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας τη νοσηρότητα του πολιτικού κλίματος. Μιλώ για όλους αυτούς τους πολιτικούς που χωρίς πολιτικό θάρρος και τόλμη αναπαράγουν τον βλακώδη εαυτό τους, που διαπραγματεύονται την πολιτική ανυπαρξία τους, που γίνονται παράγοντες σε μια χώρα που όλη η πολιτική ζωή περνά μέσα από την τηλεόραση και που γίνεται για την τηλεόραση. Στην πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή αυτής της κοινωνίας τα πάντα παίζονται στα παλτά και τα αντιπαλτά, στους χρηματισμούς και τις καταγγελίες των χρηματισμών, στις δηλώσεις και τις αντιδηλώσεις κάποιων πολιτικών που μόνο ντροπή προκαλούν. Και όλα αυτά τη στιγμή που αυτή η κοινωνία καταρρέει, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει να μάθει να αντιστέκεται, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος να αναθεωρήσει τη μνήμη της προκειμένου να έχει μέλλον. Τι κρίμα να γίνονται όλα αυτά, όχι σε μια ψευδοβουλή αλλά σε μια Βουλή.


[Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος τον Δεκέμβριο του 2014.]

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: ένας «αλλοπρόσαλλος» γείτονας;

Την προηγούμενη εβδομάδα το Κέντρο Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με ομιλητές τους Χαμίτ Μποζαρσλάν (Παρίσι), Τζενγκίζ Ακτάρ (Κωνσταντινούπολη) και Νίκο Μούδουρο (Λευκωσία). Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας -με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα της παραβίασης της κυπριακής ΑΟΖ- στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών τριγμών που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Μέση Ανατολή. Όπως αναδείχθηκε και στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μοιάζει τον τελευταίο καιρό «αλλοπρόσαλλη», μια πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας» -όπως την χαρακτηρίζουν Τούρκοι αξιωματούχοι- χωρίς συμμάχους ή εναντίον εκείνων που θεωρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραδοσιακοί σύμμαχοί της. Αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πολιτική της Τουρκίας, που την οδηγεί είτε σε υπόγειες συμμαχίες με ακραία μορφώματα (ΙΣΙΣ) είτε σε επιθετικές κινήσεις -κυπριακή ΑΟΖ-, δείχνουν κάτι σημαντικό: η Τουρκία εκφράζει σε περιφερειακό επίπεδο τον απρόβλεπτο και «άναρχο» χαρακτήρα που διέπει τα τελευταία χρόνια τις παντός είδους σχέσεις σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πράγματι, σε αυτήν τη «μετα-δυτική», πολυπολική -όπως χαρακτηρίζεται- φάση της παγκόσμιας ιστορίας, όπου το κέντρο βάρους τουλάχιστον της οικονομίας μετατοπίζεται από τις αναπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Τουρκία φαίνεται να αναζητεί έναν «μετα-δυτικό», περιφερειακό ρόλο. Μετά από πολλές δεκαετίες «σκληρής», δυτικής πολιτικής (εσωτερικής και εξωτερικής), η Τουρκία αναζητεί τον ρόλο της περιφερειακής, μετα-δυτικής δύναμης, ενός πολιτικο-πολιτισμικού και οικονομικού πόλου στη Μέση Ανατολή. Αν αναλογιστούμε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως ενός από τους σημαντικότερους δρόμους του παγκόσμιου εμπορίου και της διακίνησης ενέργειας, τότε αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία, ως μια από τις μεσαίες αναπτυσσόμενες δυνάμεις, έχει επιλέξει τον τελευταίο καιρό να ασκεί πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας». Κάποιοι από το τουρκικό ΥΠΕΞ φαντασιώνονται για την Τουρκία τον ρόλο του περιφερειακού πόλου μιας ενιαίας, πολιτισμικής και οικονομικής λεκάνης, ενός οθωμανικής καταγωγής «Σουνιστάν» (σουνιτικό Ισλάμ) απέναντι στον περιφερειακό ανταγωνιστή, το σιϊτικό Ιράν.

Η Τουρκία ωστόσο, παρά τις «μετα-δυτικές», πολιτισμικο-ιστορικές αναζητήσεις της, είναι μια χώρα της οποίας, πρώτον, το συγκολλητικό στοιχείο εσωτερικής ενότητας είναι ο «δυτικός» χαρακτήρας της. Αυτός ο «δυτικός» χαρακτήρας πήρε κατά καιρούς διαφοροποιημένο ιδεολογικό περιεχόμενο - από το πιο αυταρχικό, ανταγωνιστικό μέχρι όμως και το πιο δημοκρατικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη δραματική κατάρρευση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, η κοινωνία της Τουρκίας δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, δεν έχει μεσανατολικοποιηθεί -κι εδώ η συμβολή των Κούρδων είναι αποφασιστικής σημασίας. Τρίτον, η Τουρκία απέκτησε περιφερειακό ρόλο χάρη στην ιστορική επιλογή της να τοποθετηθεί στον περιφερειακό και παγκόσμιο χάρτη ως δυτικό κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό. Τέταρτον, η Τουρκία του Ερντοάν απέκτησε στις μεσανατολίτικες κοινωνίες την επιρροή ενός άλλου, περιφερειακού πόλου, όχι χάρη στο Ισλάμ και την οθωμανική ιστορία, αλλά χάρη στην επαγγελία ότι ένα κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, με την έννοια του φορέα δημοκρατικής ενότητας όλων των πληθυσμών του και ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική λοιπόν της Τουρκίας είναι «αλλοπρόσαλλη», γιατί δεν μπορεί να παίξει μετα-δυτικό ρόλο, αποποιούμενη τον κατεξοχήν ρόλο της: τον δυτικό, και μάλιστα στην πιο δημοκρατική του εκδοχή. Αυτό τη βάζει δυνητικά σε περιπέτειες, τόσο εσωτερικές όσο κυρίως εξωτερικές. Την οδηγεί σε μεσανατολικοποίηση.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να μπει σε κανένα «μετα-δυτικό» παιχνίδι. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι:«μετα-δυτικό» δεν σημαίνει αντιιμπεριαλιστικό, αντιθέτως σημαίνει ενίσχυση της πολυπολικότητας και της αγριότητας του ιμπεριαλισμού σε όλες τις πολιτισμικές εκδοχές του (δυτικές και μη). Οι συμμαχίες με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν ως μοναδική προοπτική τη διαμόρφωση ενός άλλου γεωστρατηγικού πόλου που θα «στριμώξει» τη μετα-δυτική Τουρκία, ενισχύουν τη μεσανατολικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου -σκληροί πολιτικο-πολιτισμικοί ανταγωνισμοί-, τη μεσανατολικοποίηση κατά συνέπεια του κυπριακού αλλά και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η απάντηση στις «μετα-δυτικές» φαντασιώσεις της Τουρκίας είναι η συνεχής προσπάθεια «στριμώγματός της» στη βάση ενός προβλεπτού διαλόγου και με τη διαρκή προοπτική μιας προβλεπτής συμμαχίας, σύμφωνα δηλαδή με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες ενός ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία, παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική ίσως χώρα στην ανατολική γειτονιά μας που καταλαβαίνει αυτή την προβλεπτή γλώσσα και έχει ακόμα συμφέρον να τη διατηρήσει.


[Δημοσιεύτηκε στην Αυγή]

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Το παρελθόν χειραφετεί το μέλλον

Στις μέρες μας, στη Μέση Ανατολή, οι σκελετοί του παρελθόντος –ενός συγκεκριμένου παρελθόντος– επανέρχονται στο παρόν με τον πλέον δραματικό τρόπο. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει βέβαια ότι, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στην οποία η πολιτική μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτισμικών/εθνοτκών ή θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων, τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις του εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο στη Μέση Ανατολή – όπου τα όρια πολιτικού-θρησκευτικού είναι, λόγω της βεβαρημένης ιστορίας της δυσδιάκριτα. Αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη περιοχή αναδύεται λοιπόν ως ο τόπος που η «ανθρώπινη κοινωνία» ξαναπιάνει το νήμα του παρελθόντος από εκεί όπου η νεοφιλελεύθερης εκδοχής νέα παράδοση πίστεψε ότι το έκοψε οριστικά.

Όταν το παρελθόν υποτάσσει το μέλλον.

Παγκοσμιοποιημένο χαλιφάτο, μουσουλμανική ουμμά, θρησκευτικός /δογματικός κατακερματισμός ή «θρησκευτικός ριζοσπαστισμός»: όλα αυτά που μοιάζουν «πολιτισμικά» στοιχεία της παράδοσης της Μέσης Ανατολής, δεν συνιστούν παρά παλιά υλικά που συνθέτουν μια νέα παράδοση. Η παράδοση αυτή αποτελεί τη νομιμοποιητική ερμηνεία, στα τοπικά συμφραζόμενα, του νέου «δυτικού» σχεδίου για τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για το σχέδιο της «μεγάλης Μέσης Ανατολής» ή της νοτιοδυτικής Ασίας: μια μεγάλη θρησκευτικο-πολιτισμική ενότητα, κατακερματισμένη εσωτερικά σε αδύναμα κράτη-«θρησκευτικές κοινότητες ή δόγματα», υπό τον έλεγχο κρατών της περιοχής, ικανών να νομιμοποιούν, στο όνομα της παράδοσης, τους νέους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Έτσι επέστρεψε με τον Ερντογάν η οθωμανική παράδοση της μουσουλμανικής ενότητας και η ουτοπία της δικαίωσης ενός «λαϊκού περί δικαίου αισθήματος», που έρχεται από τα βάθη των οθωμανικών αιώνων. Βέβαια, παράδοση οθωμανικού χαλιφάτου δεν υπήρξε στην Ιστορία, παρά μόνο ως κατασκευή του αποικιακού 19ου αιώνα, που αναπαρήγαγαν διάφορα τοπικά αυταρχικά καθεστώτα. Έτσι επέστρεψε στο Ιράκ ο δογματικός κατακερματισμός του ιρακινού λαού, ως αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι σιίτες από τους σουνίτες. Επίσης, παράδοση πολιτικής κατηγοριοποίησης βάσει δόγματος δεν υπήρχε ιστορικά στη Μέση Ανατολή· επινοήθηκε ιμπεριαλιστικά στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επικαιροποιήθηκε μετέπειτα νατοϊκά, σε διάφορες ντόπιες αναπαραγωγές. Με ανάλογο τρόπο επανήλθε επικαιροποιημένη η παράδοση του μεταρρυθμιστικού-δημοκρατικού Ισλάμ (άλλη μια κατασκευή του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα), ως έκφραση της «λαϊκής οργής» εναντίον των διεφθαρμένων, δυτικότροπων καθεστώτων.

Σε μια εποχή λοιπόν όπου οι λαοί της Μέσης Ανατολής αναζητούσαν πολιτικούς δρόμους εκδημοκρατισμού και ανατροπής των αυταρχικών καθεστώτων, αντί να πολιτικοποιηθούν οι κοινωνίες, πολιτικοποιήθηκε η πολιτισμική/θρησκευτική κατηγοριοποίηση, στη βάση της οποίας φτιάχτηκε η νέα παράδοση. Η αποτρόπαια εκδοχή αυτής της νέας παράδοσης είναι το ISIS.

Σύμβολο αντίστασης.

 Στην «επαναστατημένη περιοχή της Ρογιάβα» –αυτόνομο καντόνι στη Συρία, στο οποίο ανήκει και το Κομπάνι– οι Κούρδοι και οι Κούρδισσες αξιοποίησαν πολιτικά τις ρωγμές που δημιουργούν οι αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού και των τοπικών εκδοχών του. Τράβηξαν δυναμικά, εν τόπω και χρόνω, αυτό το νήμα από το παρελθόν που επιτρέπει στις αγωνιζόμενες κοινωνίες να βρουν όχι την από αιώνες δικαίωσή τους, αλλά τον τρόπο αντίστασής τους, εδώ και τώρα. Συγκρότησαν λοιπόν πολιτικούς θεσμούς εκπροσώπησης: προσωρινή κυβέρνηση το 2013 και Σύνταγμα το 2014. Οργανώθηκαν ως ενσώματο –και όχι ψηφιακό– πολιτικό υποκείμενο: συγκρότησαν τοπικά κοινοβούλια και λαϊκές ομάδες προστασίας, με ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών, και διαμόρφωσαν τους όρους για μια «οικονομία της αντίστασης», μια αντιπαγκοσμιοποιημένη οικονομία, με εξασφαλισμένη την υγεία, την παιδεία και το δικαίωμα στην εργασία για όλους.

Το Κομπάνι γίνεται σύμβολο αντίστασης για έναν ολόκληρο κόσμο, καθώς σε αυτό αποκαθίσταται το νήμα της νεωτερικής χειραφέτησης και αντίστασης, στην κουρδική του εκδοχή. Σε αυτό συγκλίνουν γόνιμα μια σειρά στοιχεία: η παράδοση αντίστασης του ΡΚΚ, η δημοκρατική, αριστερή, πολιτική παράδοση κομμάτων όπως το Κόμμα Δημοκρατίας και Ειρήνης των Κούρδων της Τουρκίας, τα στοιχεία λαϊκής αντίστασης και υπεράσπισης που έφτιαξε το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης. Συγκλίνουν όλα τα στοιχεία μιας κατακερματισμένης εθνικής οντότητας που έμαθε να φτιάχνει πολιτικές αντίστασης εν χώρω και στο πλαίσιο άλλων εθνών-κρατών, υπό την καθοδήγηση σήμερα του Συμβουλίου Εθνικής Ενότητας των Κούρδων.

Ο Ερντογάν, εγκλωβισμένος στις μεγάλες αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η πολιτική του –ισλαμικός και εθνικιστικός εξτρεμισμός στο εσωτερικό της Τουρκίας, υπόγειες «συμμαχίες» με τους τζιχαντιστές στην περιοχή– επιμένει να θέλει να παίξει τον ρόλο της «προστάτιδας δύναμης» της περιοχής. Επιμένει στην επικαιροποίηση της λογικής των σφαιρών επιρροής, του εντολοδόχου των Μεγάλων Δυνάμεων –αποστολή στρατού «για την επιβολή της ειρήνης»– και της δημιουργίας «κοινοτήτων» υπό την προστασία του. Αρνείται, έτσι, να διευκολύνει την υπεράσπιση του Κομπάνι από τους Κούρδους, γιατί αυτό θα ακυρώσει τη διεθνή νομιμότητα της «εντολής».

Η βαρβαρότητα των τζιχαντιστών και τα κενά κρατικής εξουσίας που δημιουργεί αποτελούν τον παραμορφωτικό καθρέφτη της πολιτικής που άσκησαν οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες στην περιοχή, μαζί με την άβουλη και ανύπαρκτη Ε.Ε. Το Κομπάνι, ωστόσο, δείχνει μια κατεύθυνση λύσης για τη Μέση Ανατολή. Κι αυτή δεν είναι ούτε η σύγκρουση δύο πολιτισμικών μετώπων ούτε η εγκατάσταση περιφερειακών δυνάμεων: (ούτε «εντολοδόχος» Τουρκία, ούτε μεγάλο Κουρδιστάν, ούτε ντόπιοι και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας Ιράν κλπ). Η λύση για την ειρήνη μπορεί να είναι η «ομοσπονδιακή» συγκρότηση των ήδη υπαρχόντων κρατών: καντόνια με εσωτερική αυτονομία, με δημοκρατική, λαϊκή συγκρότηση εν τόπω, με εκμετάλλευση από τα ίδια των πλούσιων, τοπικών πόρων. Το πείραμα του καθαρού (εθνοτικά ή θρησκευτικά ή δογματικά) κράτους στο όνομα μιας διαχρονικής ιστορικής δικαίωσης οδηγεί σε αντιδημοκρατικά καθεστώτα, περιθωριοποίηση ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, στην εκμετάλλευση και, βεβαίως, στον πόλεμο. Το Κομπάνι είναι ακόμα εδώ!

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

[Παρέμβαση] Έκκληση 152 ιστορικών: Να αποσυρθεί το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που περιορίζει την ελευθερία του λόγου

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο, ιστορικοί από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και άλλους επιστημονικούς φορείς, παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον και αγωνία την τύχη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, το οποίο, έπειτα από πολλούς μήνες αναμονής, συζητιέται την Τρίτη και την Παρασκευή στη Βουλή.. Κι αυτό επειδή θεωρούμε ότι ο ρατσισμός και η ρατσιστική βία είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απειλούν την κοινωνία μας και ότι μια κατάλληλη αντιρατσιστική νομοθεσία συνιστά ένα σημαντικό όπλο για την αντιμετώπισή τους.

Δεν θέλουμε εδώ να εκφράσουμε την άποψή μας για επιμέρους διατάξεις, για τα θετικά σημεία και τις αδυναμίες του συγκεκριμένου νομοσχεδίου· άλλωστε, σε πολλά από αυτά οι απόψεις μας ενδεχομένως διαφοροποιούνται. Θέλουμε ωστόσο να εκφράσουμε την έντονη κοινή μας ανησυχία για ένα ζήτημα το οποίο κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και συνδέεται με το επιστημονικό αντικείμενό μας. Το άρθρο 2 του νομοσχεδίου προβλέπει την τιμωρία όποιου «με πρόθεση προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιαδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και εγκλημάτων του ναζισμού και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, ή την αναπηρία, κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία, ή μίσος ή ενέχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της». Μάλιστα, με ρητή δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης (20.8.2014) η διάταξη θα διευρυνθεί συμπεριλαμβάνοντας και την «κακόβουλη άρνηση ή ευτελισμό» γενοκτονιών που έχουν αναγνωρίσει το ελληνικό Κοινοβούλιο, καθώς και «διεθνή ή ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητες αποφάσεις».

Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας με μια τέτοια διάταξη. Είμαστε αντίθετοι στη δίωξη όλων των «αρνητών», ακόμη και εκείνων του φριχτότερου εγκλήματος του 20ού αιώνα, του Ολοκαυτώματος. Η στάση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε ανοχή στους «αρνητές» απεχθών εγκλημάτων, ούτε από την άρνηση τιμωρίας εγκληματικών πράξεων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως «θύματα» λογοκρισίας και αυταρχισμού. Οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση.

Επιπλέον, η προβλεπόμενη διεύρυνση του άρθρου όχι μόνο δεν θεραπεύει αλλά μεγεθύνει το πρόβλημα. Θεωρούμε ότι ο χαρακτηρισμός και η προσέγγιση μαζικών εγκλημάτων ως γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων ή σφαγών πρέπει να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία. Επειδή η ελευθερία του λόγου και της γραπτής έκφρασης –ακόμη και των πιο λανθασμένων απόψεων– είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει το παραπάνω άρθρο.


[Το κείμενο μαζί με τις υπογραφές βρίσκεται στο μπλογκ των Ενθεμάτων της Αυγής, εδώ.]